βαλανίτης

βᾰλᾰν-ίτης [ῑ], ου, ,
A acorn-shaped, β. λίθος a precious stone, Plin.HN37.149.
II β. βίος of those who live on acorns, Eust. 1859.47.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βαλανίτης — (balanites). Γένος θαμνωδών ή φρυγανωδών φυτών της οικογένειας των ζυγοφυλλιδών, ιθαγενών των τροπικών περιοχών της Αφρικής και της Ασίας. Στο γένος ανήκουν περίπου 20 πολυετή και αείφυλλα φυτά, που έχουν πτεροειδή, επαλλάσσοντα φύλλα και άνθη με …   Dictionary of Greek

  • βαλανίτην — βαλανίτης acorn shaped masc acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαλανίτῃ — βαλανίτης acorn shaped masc dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.